Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La drogadicción
01
ναρκomanία, εξάρτηση από ναρκωτικά
dependencia física o psicológica a sustancias que alteran la mente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La drogadicción es un problema grave de salud pública.
Η εθισμός στα ναρκωτικά είναι ένα σοβαρό δημόσιο υγείας πρόβλημα.



























