el suscriptor
susc
susk
soosk
rip
ɾip
rip
tor
ˈtoɾ
tor

Ορισμός και σημασία του "suscriptor"στα ισπανικά

01

συνδρομητής, εγγεγραμμένος

persona que paga o se registra para recibir un servicio, revista o producto de forma periódica 
el suscriptor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
suscriptores
αρσενικό ενικό
suscriptor
θηλυκό ενικό
suscriptora
neutral form
persona suscriptora
Παραδείγματα
La revista tiene miles de suscriptores. 

Το περιοδικό έχει χιλιάδες συνδρομητές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store