válido
Pronunciation
/bˈaliðo/

Ορισμός και σημασία του "válido"στα ισπανικά

01

έγκυρος, αποδεκτός

que es correcto o aceptable
válido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más válido
συγκριτικός βαθμός
más válido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
válido
αρσενικό πληθυντικό
válidos
θηλυκό ενικό
válida
θηλυκό πληθυντικό
válidas
Παραδείγματα
El argumento presentado no es válido.
Το επιχείρημα που παρουσιάστηκε δεν είναι έγκυρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store