Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
válido
01
έγκυρος, αποδεκτός
que es correcto o aceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más válido
συγκριτικός βαθμός
más válido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
válido
αρσενικό πληθυντικό
válidos
θηλυκό ενικό
válida
θηλυκό πληθυντικό
válidas
Παραδείγματα
El argumento presentado no es válido.
Το επιχείρημα που παρουσιάστηκε δεν είναι έγκυρο.



























