Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pecado
01
αμαρτία, πλημμέλημα
acto contrario a la ley de Dios o a las normas morales de una religión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pecados
Παραδείγματα
La comunidad religiosa enseña a reconocer y evitar el pecado.
Η θρησκευτική κοινότητα διδάσκει να αναγνωρίζει και να αποφεύγει την αμαρτία.



























