Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anidar
01
φωλιάζω, κάνω φωλιά
hacer un nido o establecerse en un lugar para vivir o reproducirse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anido
γ΄ ενικό πρόσωπο
anida
ενεστώτα μετοχή
anidando
απλός αόριστος
anidó
παθητική μετοχή
anidado
Παραδείγματα
Muchas aves anidan en los árboles durante la primavera.
Πολλά πουλιά φωλιάζουν στα δέντρα κατά την άνοιξη.
LanGeek



























