Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anidar
01
φωλιάζω, κάνω φωλιά
hacer un nido o establecerse en un lugar para vivir o reproducirse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anido
γ΄ ενικό πρόσωπο
anida
ενεστώτα μετοχή
anidando
απλός αόριστος
anidó
παθητική μετοχή
anidado
Παραδείγματα
Muchas especies dejan de anidar si sienten peligro.
Πολλά είδη σταματούν να φωλιάζουν αν αισθάνονται κίνδυνο.



























