Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Animador
[gender: masculine]
01
παρουσιαστής, οικοδεσπότης
persona que presenta un programa de televisión o radio
Παραδείγματα
El animador anunció un concurso sorpresa.
Ο παρουσιαστής ανακοίνωσε έναν εκπληκτικό διαγωνισμό.
02
ενθουσιώδης, υποστηρικτής
persona que anima o motiva a un equipo o público en deportes
Παραδείγματα
Los animadores ayudan a crear un ambiente divertido y activo.
Οι εμψυχωτές βοηθούν στη δημιουργία μιας διασκεδαστικής και ζωντανής ατμόσφαιρας.
03
ανιματέρ, καλλιτέχνης κινουμένων σχεδίων
un artista que crea la ilusión de movimiento mediante una serie de dibujos o modelos
Παραδείγματα
El animador pasó meses creando los movimientos realistas del animal digital.
Ο εικονογράφος πέρασε μήνες δημιουργώντας τις ρεαλιστικές κινήσεις του ψηφιακού ζώου.



























