Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aparear
01
ζευγαρώνω, αναπαράγομαι
juntarse dos animales para tener crías
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparea
ενεστώτα μετοχή
apareando
απλός αόριστος
apareó
παθητική μετοχή
apareado
Παραδείγματα
Algunas tortugas se aparean en la playa.
Μερικές χελώνες ζευγαρώνουν στην παραλία.



























