aparear
Pronunciation
/ˌapaɾɛˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aparear"στα ισπανικά

aparear
01

ζευγαρώνω, αναπαράγομαι

juntarse dos animales para tener crías
aparear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparea
ενεστώτα μετοχή
apareando
απλός αόριστος
apareó
παθητική μετοχή
apareado
Παραδείγματα
Algunas tortugas se aparean en la playa.
Μερικές χελώνες ζευγαρώνουν στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store