aparear
a
a
a
pa
pa
pa
rear
ˈɾeaɾ
rear
apartaraparcar

Ορισμός και σημασία του "aparear"στα ισπανικά

aparear
01

ζευγαρώνω, αναπαράγομαι

juntarse dos animales para tener crías 
aparear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
apareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparea
ενεστώτα μετοχή
apareando
απλός αόριστος
apareó
παθητική μετοχή
apareado
Παραδείγματα
Los caballos se aparean en primavera. 

Τα άλογα ζευγαρώνουν την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store