Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aparecer
[past form: aparecí][present form: aparezco]
01
εμφανίζομαι
hacerse visible o presentarse en un lugar o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aparezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparece
ενεστώτα μετοχή
apareciendo
απλός αόριστος
aparecí
παθητική μετοχή
aparecido
Παραδείγματα
Apareció un mensaje en la pantalla.
Ένα μήνυμα εμφανίστηκε στην οθόνη.



























