aparecer
a
a
a
pa
pa
pa
re
ɾe
re
cer
ˈθeɾ
ther
apetecer

Ορισμός και σημασία του "aparecer"στα ισπανικά

aparecer
01

εμφανίζομαι

hacerse visible o presentarse en un lugar o situación 
aparecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aparezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
aparece
ενεστώτα μετοχή
apareciendo
απλός αόριστος
aparecí
παθητική μετοχή
aparecido
Παραδείγματα
El sol apareció entre las nubes. 

Ο ήλιος εμφανίστηκε ανάμεσα στα σύννεφα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store