Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depredador
01
αρπακτικός, θηρευτικός
que caza y se alimenta de otros animales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
depredador
αρσενικό πληθυντικό
depredadores
θηλυκό ενικό
depredadora
θηλυκό πληθυντικό
depredadoras
Παραδείγματα
Algunos insectos son depredadores de otros insectos.
Μερικά έντομα είναι θηρευτές άλλων εντόμων.
El depredador
01
θηρευτής
animal que caza y se alimenta de otros animales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
depredadores
Παραδείγματα
Las águilas son depredadores que cazan desde el aire.
Οι αετοί είναι θηρευτές που κυνηγούν από τον αέρα.



























