Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El combustible fósil
01
ορυκτό καύσιμο
sustancia natural como el carbón, el petróleo o el gas que se usa como fuente de energía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
combustibles fósiles
Παραδείγματα
Las energías renovables son una alternativa a los combustibles fósiles.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι μια εναλλακτική λύση στα ορυκτά καύσιμα.



























