Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
votar
01
ψηφίζω
emitir un voto en una elección o decisión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
voto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vota
ενεστώτα μετοχή
votando
απλός αόριστος
votó
παθητική μετοχή
votado
Παραδείγματα
Votaron a favor de la nueva ley.
Ψήφισαν υπέρ του νέου νόμου.



























