votar
vo
bo
bo
tar
ˈtaɾ
tar
volar

Ορισμός και σημασία του "votar"στα ισπανικά

01

ψηφίζω

emitir un voto en una elección o decisión 
votar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
voto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vota
ενεστώτα μετοχή
votando
απλός αόριστος
votó
παθητική μετοχή
votado
Παραδείγματα
Todos los ciudadanos mayores de edad tienen derecho a votar. 

Όλοι οι ενήλικοι πολίτες έχουν το δικαίωμα να ψηφίσουν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store