votar
Pronunciation
/botˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "votar"στα ισπανικά

01

ψηφίζω

emitir un voto en una elección o decisión
votar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
voto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vota
ενεστώτα μετοχή
votando
απλός αόριστος
votó
παθητική μετοχή
votado
Παραδείγματα
Votaron a favor de la nueva ley.
Ψήφισαν υπέρ του νέου νόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store