Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El reconocimiento
01
αναγνώριση
acto de valorar, identificar o apreciar el mérito, esfuerzo o existencia de alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reconocimientos
Παραδείγματα
Recibió reconocimiento por su trabajo en la empresa.
Έλαβε αναγνώριση για τη δουλειά του στην εταιρεία.



























