lijar
li
li
li
jar
ˈxaɾ
khar
limarligar

Ορισμός και σημασία του "lijar"στα ισπανικά

01

τρίβω με γυαλόχαρτο, γυαλίζω

alisar o pulir una superficie frotándola con papel de lija u otro material abrasivo 
lijar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lija
ενεστώτα μετοχή
lijando
απλός αόριστος
lijó
παθητική μετοχή
lijado
Παραδείγματα
Voy a lijar la mesa antes de pintarla. 

Πρόκειται να τρίψω το τραπέζι πριν το βάψω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store