Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zurdo
01
αριστερόχειρας
que usa preferentemente la mano izquierda para escribir, comer o realizar otras actividades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más zurdo
συγκριτικός βαθμός
más zurdo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
zurdo
αρσενικό πληθυντικό
zurdos
θηλυκό ενικό
zurda
θηλυκό πληθυντικό
zurdas
Παραδείγματα
El jugador zurdo lanzó un tiro perfecto.
Ο αριστερόχειρας παίκτης πραγματοποίησε μια τέλεια βολή.



























