el duro de do
du
ˈdu
ντου
ro
ɾo
ρο
de
ðe
δε
oi
οι
do
ðo
δο

Ορισμός και σημασία του "duro de oído"στα ισπανικά

El duro de oído
01

άτομο με δυσκολία ακοής, σκληρό αφτί

persona que tiene dificultad para oír o escuchar bien 
el duro de oído definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
duros de oído
Παραδείγματα
Los duros de oído necesitan aparatos auditivos. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store