originar

Ορισμός και σημασία του "originar"στα ισπανικά

originar
01

προκαλώ, προξενώ

ser el origen o la causa de algo
originar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
origino
γ΄ ενικό πρόσωπο
origina
ενεστώτα μετοχή
originando
απλός αόριστος
originó
παθητική μετοχή
originado
Παραδείγματα
El malentendido originó una pelea entre amigos.
Η παρεξήγηση προκάλεσε έναν καυγά μεταξύ φίλων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store