originar
o
o
o
ri
ɾi
ri
gi
xi
khi
nar
ˈnaɾ
nar
orinar

Ορισμός και σημασία του "originar"στα ισπανικά

originar
01

προκαλώ, προξενώ

ser el origen o la causa de algo 
originar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
origino
γ΄ ενικό πρόσωπο
origina
ενεστώτα μετοχή
originando
απλός αόριστος
originó
παθητική μετοχή
originado
Παραδείγματα
El accidente originó un gran caos en la ciudad. 

Το ατύχημα προκάλεσε μεγάλο χάος στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store