la oración
o
o
ο
ra
ɾa
ρα
ción
θjon
θγον
escalónfunciónopiniónalmidón

Ορισμός και σημασία του "oración"στα ισπανικά

01

προσευχή, προσευχή

palabras dirigidas a Dios u otra divinidad para pedir, agradecer o alabar 
la oración definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
oraciones
Παραδείγματα
Recé una oración por mi familia. 

Προσευχήθηκα μια προσευχή για την οικογένειά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store