Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oral
01
προφορικός, کلامی
relativo a hablar o expresarse con la voz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oral
αρσενικό πληθυντικό
orales
θηλυκό ενικό
oral
θηλυκό πληθυντικό
orales
Παραδείγματα
La presentación fue oral, no escrita.
Η παρουσίαση ήταν προφορική, όχι γραπτή.
02
στοματικός
relativo a la boca
Παραδείγματα
La higiene oral es importante para los dientes.
Η στοματική υγιεινή είναι σημαντική για τα δόντια.



























