oral
o
o
o
ral
ˈɾal
ral
lealcuálojalreal

Ορισμός και σημασία του "oral"στα ισπανικά

01

προφορικός, کلامی

relativo a hablar o expresarse con la voz 
oral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
oral
αρσενικό πληθυντικό
orales
θηλυκό ενικό
oral
θηλυκό πληθυντικό
orales
Παραδείγματα
La presentación fue oral, no escrita. 

Η παρουσίαση ήταν προφορική, όχι γραπτή.

02

στοματικός

relativo a la boca 
oral definition and meaning
Παραδείγματα
La higiene oral es importante para los dientes. 

Η στοματική υγιεινή είναι σημαντική για τα δόντια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store