la opresión
opresión

Ορισμός και σημασία του "opresión"στα ισπανικά

01

καταπίεση, καταδυνάστευση

situación en la que un grupo ejerce control injusto o abuso sobre otro 
la opresión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El pueblo sufrió años de opresión. 

Ο λαός υπέφερε χρόνια καταπίεσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store