Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
omnívoro
01
παμφάγος
que se alimenta tanto de plantas como de animales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
omnívoro
αρσενικό πληθυντικό
omnívoros
θηλυκό ενικό
omnívora
θηλυκό πληθυντικό
omnívoras
Παραδείγματα
Los zorros son omnívoros y se adaptan a distintos entornos.
Οι αλεπούδες είναι παμφάγες και προσαρμόζονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα.



























