Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nativo
01
γηγενής, αυτόχθων
un animal o planta que vive de forma natural en un lugar específico y no ha sido introducido por los humanos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nativo
αρσενικό πληθυντικό
nativos
θηλυκό ενικό
nativa
θηλυκό πληθυντικό
nativas
Παραδείγματα
Muchas aves nativas anidan en estos bosques.
Πολλά ιθαγενή πουλιά φωλιάζουν σε αυτά τα δάση.



























