Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
natal
01
γενέθλιος, εγχώριος
relativo al lugar de nacimiento o al origen local
Παραδείγματα
Los pueblos natales conservan sus tradiciones.
Οι ιθαγενείς κοινότητες διατηρούν τις παραδόσεις τους.
02
γεννητικός, σχετικός με τη γέννηση
relativo al nacimiento o al momento del nacimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
natal
αρσενικό πληθυντικό
natales
θηλυκό ενικό
natal
θηλυκό πληθυντικό
natales
Παραδείγματα
La asistencia natal es esencial para madres y bebés.
Η γεννητική βοήθεια είναι απαραίτητη για μητέρες και μωρά.
Λεξικό Δέντρο
prenatal
natal



























