natal
na
na
na
tal
ˈtal
tal
nasalnaval

Ορισμός και σημασία του "natal"στα ισπανικά

01

γενέθλιος, εγχώριος

relativo al lugar de nacimiento o al origen local 
natal definition and meaning
Παραδείγματα
Los pueblos natales conservan sus tradiciones. 

Οι ιθαγενείς κοινότητες διατηρούν τις παραδόσεις τους.

02

γεννητικός, σχετικός με τη γέννηση

relativo al nacimiento o al momento del nacimiento 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
natal
αρσενικό πληθυντικό
natales
θηλυκό ενικό
natal
θηλυκό πληθυντικό
natales
Παραδείγματα
La asistencia natal es esencial para madres y bebés. 

Η γεννητική βοήθεια είναι απαραίτητη για μητέρες και μωρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store