Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
natal
01
γενέθλιος, εγχώριος
relativo al lugar de nacimiento o al origen local
Παραδείγματα
El idioma natal se habla en la escuela local.
Η μητρική γλώσσα ομιλείται στο τοπικό σχολείο.
02
γεννητικός, σχετικός με τη γέννηση
relativo al nacimiento o al momento del nacimiento
Παραδείγματα
La salud natal depende de la nutrición de la madre.
Η γεννητική υγεία εξαρτάται από τη διατροφή της μητέρας.



























