Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mudar
01
αλλάζω
cambiar una cosa por otra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muda
ενεστώτα μετοχή
mudando
απλός αόριστος
mudó
παθητική μετοχή
mudado
Παραδείγματα
Mudó su actitud después de escuchar los consejos.
Άλλαξε τη στάση του αφού άκουσε τις συμβουλές.
02
αλλάζω, αποβάλλω
perder o cambiar el pelo, la piel o las plumas
Παραδείγματα
El gato muda más pelo en verano.
Η γάτα ρίχνει περισσότερα τρίχωμα το καλοκαίρι.



























