Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mudar
01
αλλάζω
cambiar una cosa por otra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muda
ενεστώτα μετοχή
mudando
απλός αόριστος
mudó
παθητική μετοχή
mudado
Παραδείγματα
Tengo que mudar la rueda pinchada del coche.
Πρέπει να αλλάξω το σκασμένο λάστιχο στο αυτοκίνητο.
02
αλλάζω, αποβάλλω
perder o cambiar el pelo, la piel o las plumas
Παραδείγματα
La serpiente muda su piel varias veces al año.
Το φίδιο αλλάζει το δέρμα του αρκετές φορές το χρόνο.



























