Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monolingüe
01
μονόγλωσσος
que habla o entiende solo un idioma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más monolingüe
συγκριτικός βαθμός
más monolingüe
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
monolingüe
αρσενικό πληθυντικό
monolingües
θηλυκό ενικό
monolingüe
θηλυκό πληθυντικό
monolingües
Παραδείγματα
Los documentos estaban destinados a hablantes monolingües.
Τα έγγραφα προορίζονταν για μονογλωσσικούς ομιλητές.



























