el monopolio
mo
mo
mo
no
no
no
pol
pol
pol
io
jo
yo

Ορισμός και σημασία του "monopolio"στα ισπανικά

01

μονοπώλιο

control exclusivo de un mercado o sector por una sola empresa o entidad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monopolios
Παραδείγματα
La empresa tiene el monopolio del sector energético. 

Η εταιρεία έχει το μονοπώλιο στον ενεργειακό τομέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store