el monje
Pronunciation
/mˈɔŋxe/

Ορισμός και σημασία του "monje"στα ισπανικά

01

μοναχός, καλόγερος

hombre que vive en comunidad religiosa siguiendo reglas de oración y disciplina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monjes
Παραδείγματα
Los monjes trabajan en el campo.
Οι μοναχοί δουλεύουν στο χωράφι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store