Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El monje
01
μοναχός, καλόγερος
hombre que vive en comunidad religiosa siguiendo reglas de oración y disciplina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monjes
Παραδείγματα
Los monjes trabajan en el campo.
Οι μοναχοί δουλεύουν στο χωράφι.



























