Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monitorizar
01
παρακολουθώ, επιβλέπω
observar o supervisar algo de manera continua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
monitorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
monitoriza
ενεστώτα μετοχή
monitorizando
απλός αόριστος
monitorizó
παθητική μετοχή
monitorizado
Παραδείγματα
El sistema monitoriza la actividad del servidor.
Το σύστημα παρακολουθεί τη δραστηριότητα του διακομιστή.



























