monitorizar
Pronunciation
/mˌonitˌɔɾiθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "monitorizar"στα ισπανικά

monitorizar
01

παρακολουθώ, επιβλέπω

observar o supervisar algo de manera continua 
monitorizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
monitorizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
monitoriza
ενεστώτα μετοχή
monitorizando
απλός αόριστος
monitorizó
παθητική μετοχή
monitorizado
Παραδείγματα
El sistema monitoriza la actividad del servidor. 

Το σύστημα παρακολουθεί τη δραστηριότητα του διακομιστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store