Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minucioso
01
λεπτομερής, σχολαστικός
que presta mucha atención a los detalles y se hace con cuidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más minucioso
συγκριτικός βαθμός
más minucioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
minucioso
αρσενικό πληθυντικό
minuciosos
θηλυκό ενικό
minuciosa
θηλυκό πληθυντικό
minuciosas
Παραδείγματα
Hizo un análisis minucioso del informe.
Έκανε μια λεπτομερή ανάλυση της έκθεσης.
02
λεπτομερής, σχολαστικός
que actúa con gran atención al detalle y mucho cuidado
Παραδείγματα
Es una persona minuciosa en su trabajo.
Είναι ένα λεπτολόγο άτομο στη δουλειά του.



























