minucioso

Ορισμός και σημασία του "minucioso"στα ισπανικά

01

λεπτομερής, σχολαστικός

que presta mucha atención a los detalles y se hace con cuidado
minucioso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más minucioso
συγκριτικός βαθμός
más minucioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
minucioso
αρσενικό πληθυντικό
minuciosos
θηλυκό ενικό
minuciosa
θηλυκό πληθυντικό
minuciosas
Παραδείγματα
Prepara todo con un cuidado minucioso.
Ετοιμάζει τα πάντα με σχολαστική φροντίδα.
02

λεπτομερής, σχολαστικός

que actúa con gran atención al detalle y mucho cuidado
minucioso definition and meaning
Παραδείγματα
Su carácter minucioso mejora la calidad del proyecto.
Ο λεπτομερής χαρακτήρας του βελτιώνει την ποιότητα του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store