Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minucioso
01
λεπτομερής, σχολαστικός
que presta mucha atención a los detalles y se hace con cuidado
Παραδείγματα
Prepara todo con un cuidado minucioso.
Ετοιμάζει τα πάντα με σχολαστική φροντίδα.
02
λεπτομερής, σχολαστικός
que actúa con gran atención al detalle y mucho cuidado
Παραδείγματα
Su carácter minucioso mejora la calidad del proyecto.
Ο λεπτομερής χαρακτήρας του βελτιώνει την ποιότητα του έργου.



























