Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meter
01
βάζω
poner o colocar algo en un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
meto
γ΄ ενικό πρόσωπο
mete
ενεστώτα μετοχή
metiendo
απλός αόριστος
metió
παθητική μετοχή
metido
Παραδείγματα
Voy a meter los libros en la mochila.
Πρόκειται να βάλω τα βιβλία στο σακίδιο.
02
σκοράρω, βάζω γκολ
anotar o conseguir un punto en un juego o deporte
Παραδείγματα
Messi metió un gol en el último minuto.
Ο Μέσι σκόραρε ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό.
Λεξικό Δέντρο
cometer
meter



























