Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
metabolizar
01
μεταβολίζω
transformar sustancias en el cuerpo para obtener energía o eliminarlas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
metabolizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
metaboliza
ενεστώτα μετοχή
metabolizando
απλός αόριστος
metabolizó
παθητική μετοχή
metabolizado
Παραδείγματα
La cafeína se metaboliza de manera diferente en cada persona.
Η καφεΐνη μεταβολίζεται διαφορετικά σε κάθε άτομο.



























