Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
metabolizar
01
μεταβολίζω
transformar sustancias en el cuerpo para obtener energía o eliminarlas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
metabolizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
metaboliza
ενεστώτα μετοχή
metabolizando
απλός αόριστος
metabolizó
παθητική μετοχή
metabolizado
Παραδείγματα
El cuerpo metaboliza los carbohidratos para producir energía.
Το σώμα μεταβολίζει τους υδατάνθρακες για να παράγει ενέργεια.
LanGeek



























