meter

Ορισμός και σημασία του "meter"στα ισπανικά

01

βάζω

poner o colocar algo en un lugar
meter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
meto
γ΄ ενικό πρόσωπο
mete
ενεστώτα μετοχή
metiendo
απλός αόριστος
metió
παθητική μετοχή
metido
Παραδείγματα
Meter la fruta en la nevera es importante para que no se estropee.
Βάζοντας τα φρούτα στο ψυγείο είναι σημαντικό για να μην χαλάσουν.
02

σκοράρω, βάζω γκολ

anotar o conseguir un punto en un juego o deporte
meter definition and meaning
Παραδείγματα
El jugador metió un punto y cambió el resultado del juego.
Ο παίκτης σκόραρε έναν πόντο και άλλαξε το αποτέλεσμα του παιχνιδιού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store