Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mamar
01
θηλάζω
bebé que se alimenta directamente del pecho de manera intransitiva
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mama
ενεστώτα μετοχή
mamando
απλός αόριστος
mamó
παθητική μετοχή
mamado
Παραδείγματα
El bebé comenzó a mamar poco después del nacimiento.
Το μωρό άρχισε να βυζαίνει λίγο μετά τη γέννηση.



























