la mamá
mamá
mama
mama
papáminásofáallá

Ορισμός και σημασία του "mamá"στα ισπανικά

01

μαμά, μητέρα

la mujer que cuida y cría a un hijo o hija 
la mamá definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mamás
αρσενικό ενικό
papá
θηλυκό ενικό
mamá
neutral form
progenitor
Παραδείγματα
La mamá abraza a su bebé. 

Η μαμά αγκαλιάζει το μωρό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store