Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maléfico
01
κακόβουλος,μοχθηρός, ناخوشایند، مضر
que causa daño, mal o está asociado con fuerzas malignas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más maléfico
συγκριτικός βαθμός
más maléfico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maléfico
αρσενικό πληθυντικό
maléficos
θηλυκό ενικό
maléfica
θηλυκό πληθυντικό
maléficas
Παραδείγματα
La leyenda habla de una criatura maléfica.
Ο θρύλος μιλάει για ένα κακόβουλο πλάσμα.



























