Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lujoso
01
πολυτελής
que es elegante, costoso y con muchas comodidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lujoso
συγκριτικός βαθμός
más lujoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lujoso
αρσενικό πληθυντικό
lujosos
θηλυκό ενικό
lujosa
θηλυκό πληθυντικό
lujosas
Παραδείγματα
El hotel es lujoso y tiene piscina privada.
Το ξενοδοχείο είναι πολυτελές και διαθέτει ιδιωτική πισίνα.



























