lujoso
lu
lu
loo
jo
ˈxo
kho
so
so
so
canosojugosogozosorugoso

Ορισμός και σημασία του "lujoso"στα ισπανικά

01

πολυτελής

que es elegante, costoso y con muchas comodidades 
lujoso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lujoso
συγκριτικός βαθμός
más lujoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lujoso
αρσενικό πληθυντικό
lujosos
θηλυκό ενικό
lujosa
θηλυκό πληθυντικό
lujosas
Παραδείγματα
El hotel es lujoso y tiene piscina privada. 

Το ξενοδοχείο είναι πολυτελές και διαθέτει ιδιωτική πισίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store