Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llorar
01
κλαίω
derramar lágrimas por tristeza, dolor o emoción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lloro
γ΄ ενικό πρόσωπο
llora
ενεστώτα μετοχή
llorando
απλός αόριστος
lloró
παθητική μετοχή
llorado
Παραδείγματα
Mi amiga lloró cuando se despidió.
Η φίλη μου έκλαψε όταν αποχαιρέτησε.
02
θρηνώ
experimentar dolor emocional profundo debido a una pérdida, generalmente en forma de llanto
Παραδείγματα
Es difícil llorar la pérdida de un ser querido.
Είναι δύσκολο να κλάψεις την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.



























