Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lloviznar
01
ψιχαλίζει, βρέχει ελαφρά
caer lluvia muy fina y ligera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
llovizno
γ΄ ενικό πρόσωπο
llovizna
ενεστώτα μετοχή
lloviznando
απλός αόριστος
lloviznó
παθητική μετοχή
lloviznado
Παραδείγματα
Lloviznó y luego salió el sol.
Ψιχάλισε και μετά βγήκε ο ήλιος.



























