Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llover
01
βρέχει
caer agua de las nubes en forma de lluvia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
lluevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
llueve
ενεστώτα μετοχή
lloviendo
απλός αόριστος
lloví
παθητική μετοχή
llovido
Παραδείγματα
Nunca llueve en el desierto.
Ποτέ δεν βρέχει στην έρημο.
02
βρέχει
recibir algo en gran cantidad o de forma abundante
Παραδείγματα
Le llovieron preguntas tras su presentación.
Βρέχουν ερωτήσεις μετά την παρουσίασή του.



























