Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llover
01
βρέχει
caer agua de las nubes en forma de lluvia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
lluevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
llueve
ενεστώτα μετοχή
lloviendo
απλός αόριστος
lloví
παθητική μετοχή
llovido
Παραδείγματα
Hoy va a llover por la tarde.
Σήμερα θα βρέξει το απόγευμα.
02
βρέχει
recibir algo en gran cantidad o de forma abundante
Παραδείγματα
Después del escándalo, le llovieron las críticas.
Μετά το σκάνδαλο, οι κριτικές έπεσαν πάνω του.



























