irrumpir
irrumpir

Ορισμός και σημασία του "irrumpir"στα ισπανικά

irrumpir
01

εισβάλλω, ορμώ μέσα

entrar de forma repentina y generalmente con fuerza 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
irrumpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrumpe
ενεστώτα μετοχή
irrumpiendo
απλός αόριστος
irrumpió
παθητική μετοχή
irrumpido
Παραδείγματα
La policía irrumpió en el edificio. 

Η αστυνομία εισέβαλε στο κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store