Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrumpir
01
εισβάλλω, ορμώ μέσα
entrar de forma repentina y generalmente con fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
irrumpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrumpe
ενεστώτα μετοχή
irrumpiendo
απλός αόριστος
irrumpió
παθητική μετοχή
irrumpido
Παραδείγματα
De repente, él irrumpió en la reunión.
Ξαφνικά, εισέβαλε στη συνάντηση.



























