Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internar
01
νοσηλεύω, εισάγω στο νοσοκομείο
llevar a una persona a un hospital o clínica para que reciba tratamiento y permanezca allí
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
interno
γ΄ ενικό πρόσωπο
interna
ενεστώτα μετοχή
internando
απλός αόριστος
internó
παθητική μετοχή
internado
Παραδείγματα
Después de la cirugía, la internaron por tres días.
Μετά την εγχείρηση, την νόσησαν για τρεις ημέρες.



























