Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internacionalista
01
διεθνιστικός, που προωθεί τη διεθνή συνεργασία
que promueve o se relaciona con la cooperación entre naciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
internacionalista
αρσενικό πληθυντικό
internacionalistas
θηλυκό ενικό
internacionalista
θηλυκό πληθυντικό
internacionalistas
Παραδείγματα
Es un pensador político internacionalista.
Είναι ένας διεθνιστής πολιτικός στοχαστής.



























