Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insoportable
01
ανυπόφορος
que no se puede aguantar o tolerar por ser muy molesto, desagradable o doloroso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más insoportable
συγκριτικός βαθμός
más insoportable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insoportable
αρσενικό πληθυντικό
insoportables
θηλυκό ενικό
insoportable
θηλυκό πληθυντικό
insoportables
Παραδείγματα
Es un niño insoportable cuando se enoja.
Είναι ένα ανυπόφορο παιδί όταν θυμώνει.



























