innovador
innovador

Ορισμός και σημασία του "innovador"στα ισπανικά

01

καινοτόμος

que introduce ideas nuevas y originales 
innovador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más innovador
συγκριτικός βαθμός
más innovador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
innovador
αρσενικό πληθυντικό
innovadores
θηλυκό ενικό
innovadora
θηλυκό πληθυντικό
innovadoras
Παραδείγματα
El artista tiene un enfoque innovador en su trabajo. 

Ο καλλιτέχνης έχει μια καινοτόμο προσέγγιση στη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store