ingente

Ορισμός και σημασία του "ingente"στα ισπανικά

01

τεράστιος

de tamaño o cantidad extremadamente grande
ingente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ingente
συγκριτικός βαθμός
más ingente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ingente
αρσενικό πληθυντικό
ingentes
θηλυκό ενικό
ingente
θηλυκό πληθυντικό
ingentes
Παραδείγματα
El proyecto requería recursos ingentes.
Το έργο απαιτούσε τεράστιους πόρους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store