Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingente
01
τεράστιος
de tamaño o cantidad extremadamente grande
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ingente
συγκριτικός βαθμός
más ingente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ingente
αρσενικό πληθυντικό
ingentes
θηλυκό ενικό
ingente
θηλυκό πληθυντικό
ingentes
Παραδείγματα
El proyecto requería recursos ingentes.
Το έργο απαιτούσε τεράστιους πόρους.



























