ingeniar
Pronunciation
/ˌiŋxenjˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ingeniar"στα ισπανικά

ingeniar
01

επινοώ, εφευρίσκω

idear o crear algo con ingenio o creatividad
ingeniar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ingenio
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingenia
ενεστώτα μετοχή
ingeniando
απλός αόριστος
ingenió
παθητική μετοχή
ingeniado
Παραδείγματα
Ella se las ingenió para terminar a tiempo.
Αυτή επινόησε έναν τρόπο να τελειώσει εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store