Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingeniar
01
επινοώ, εφευρίσκω
idear o crear algo con ingenio o creatividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ingenio
γ΄ ενικό πρόσωπο
ingenia
ενεστώτα μετοχή
ingeniando
απλός αόριστος
ingenió
παθητική μετοχή
ingeniado
Παραδείγματα
Ella se las ingenió para terminar a tiempo.
Αυτή επινόησε έναν τρόπο να τελειώσει εγκαίρως.



























